θαυματουργώ

θαυματουργώ
θαυματούργησα
1. κάνω θαύματα, μεγαλουργώ: Πολλοί άγιοι της εκκλησίας μας θαυματούργησαν. – Το μηχάνημα αυτό θαυματουργεί. – Η επιστήμη τα τελευταία χρόνια θαυματουργεί.
2. (ειρωνικά), τα κάνω θάλασσα: Η ανοησία του πάλι θαυματούργησε.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • θαυματουργώ — θαυματουργώ, θαυματούργησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • θαυματουργώ — και θαματουργώ (AM θαυματουργῶ, έω) [θαυματουργός] κάνω θαύματα νεοελλ. 1. έχω άριστα αποτελέσματα, έχω εξαιρετικές επιτυχίες 2. δημιουργώ σκάνδαλα («αυτός όπου πάει θαυματουργεί») αρχ. 1. (πληθ. ουδ. μτχ. παρακμ. ως ουσ.) τά τεθαυματουργημένα οι …   Dictionary of Greek

  • θαυματουργῶ — θαυμασιουργέω pres subj act 1st sg (attic epic doric) θαυμασιουργέω pres ind act 1st sg (attic epic doric) θαυματουργέω work wonders pres subj act 1st sg (attic epic doric) θαυματουργέω work wonders pres ind act 1st sg (attic epic doric)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαυματουργῷ — θαυματουργός acrobats masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθαυματούργητος — η, ο [θαυματουργώ] αυτός που δεν θαυματούργησε ή δεν μπορεί να θαυματουργήσει, να κάνει θαύματα «άγιος αθαυματούργητος, τιμή δεν έχει» …   Dictionary of Greek

  • θαυματούργημα — το (Α θαυματούργημα) [θαυματουργώ] 1. έργο αξιοθαύμαστο, αριστούργημα 2. θαύμα …   Dictionary of Greek

  • παραδοξοποιώ — έω, Α [παραδοξοποιός] κάνω θαυμαστά πράγματα, θαυματουργώ …   Dictionary of Greek

  • προθαυματουργώ — έω, ΜΑ θαυματουργώ εκ τών προτέρων …   Dictionary of Greek

  • σημειοφορώ — έω, Μ [σημειοφόρος] κάνω θαύματα, θαυματουργώ …   Dictionary of Greek

  • συνθαυματουργώ — έω, Μ [θαυματουργῶ] κάνω θαύματα και εγώ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”